ἀμμά

ἀμμά
Grammatical information: f.
Meaning: `mamma, mother; nurse', τροφός καὶ μήτηρ καθ' ὑποκορισμόν EM 84, 22.
Other forms: ἀμμία Hdt.
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Nursery word. Cf. Lat. amma. Chantraine REG 59-60, 1946-1947, 242ff.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμμά — ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc/acc dual ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀμμάς mother fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμμά — ἀμμὰ και ἀμμάς, η (AM) μητέρα μσν. 1. προσφώνηση ηγουμένης 2. προσφώνηση κάθε μοναχής 3. γυναίκα όχι μοναχή αρχ. 1. παραμάννα, τροφός 2. ἀμμάς επίθ. τής Ρέας και τής Δήμητρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη χαρακτηριστική τής νηπιακής γλώσσας (πρβλ. λατ. amma). Ο …   Dictionary of Greek

  • άμμα — ἅμμα, το (Α) κάθε τι που είναι δεμένο ή κατάλληλο για δέσιμο: 1. κόμπος 2. βρόχος, θηλιά 3. σκοινί ή ταινία 4. κάλυκας άνθους 5. κότσος γυναικείας κόμης 6. κρίκος αλυσίδας 7. στον πληθ. τὰ ἅμματα οι λαβές στην πάλη και τα χέρια τού παλαιστή 8.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμμᾷ — ἀμμά mother fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅμμα — anything tied neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμμα — ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμᾱ , ἁμός 1 fem nom/voc/acc dual (aeolic) ἄμμᾱ , ἁμός 1 fem nom/voc sg (doric aeolic) ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἆμαρ neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμμ' — ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc/acc dual ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀμμαί , ἀμμά mother fem nom/voc pl ἀμμά , ἀμμάς mother fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄμμ' — ἄμμα , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμε , ἁμός 1 masc voc sg (aeolic) ἄμμαι , ἁμός 1 fem nom/voc pl (aeolic) ἄμμᾱͅ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) ἄμμε , ἄμμος fem voc sg ἄμμα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἄμμα , ἆμαρ neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμμ' — ἄμμα , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμε , ἁμός 1 masc voc sg (aeolic) ἄμμαι , ἁμός 1 fem nom/voc pl (aeolic) ἄμμᾱͅ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) ἄμμε , ἄμμος fem voc sg ἄμμα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἄμμα , ἆμαρ neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμμάν — ἀμμά̱ν , ἀμμά mother fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμμάς — ἀμμά̱ς , ἀμμά mother fem acc pl ἀμμάς mother fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.